Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὥσπερ" on this wiki. See also the other search results found.

  • 3.16.—Cf. ὡσπερεί, ὥσπερ οὖν. ὥσπερ: ἢ ὥς περ, ἐπίρρ., τρόπου, ὡς, καθώς, ζῇν ὥσπερ ἤδη ζῇς Σοφ. Φιλ. 1396· ἐσώζετ’ ἂν ..., ὥσπερ οὐχὶ σώζεται αὐτόθι
    22 KB (2,288 words) - 14:40, 3 October 2019
  • ὥςπερ: ή ὥσπερ, επίρρ. του τρόπου, έτσι όπως, σαν να, ακριβώς όπως, καθώς· ἀλώμενος ὥσπερ Ὀδυσσεύς, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.· στον Όμηρ. συχνά παρεμβάλλεται
    1 KB (101 words) - 21:16, 30 December 2018
  • for ὥσπερ, barbarism in Ar.Th.1185, 1192. [Seite 1422] = ὥς περ, sagt der Skythe bei Ar. Thesm. 1185. 1192. ὤσπερ: Arph. в произнош. скифа = ὥσπερ.
    613 bytes (26 words) - 07:19, 31 December 2018
  • so wie = ὥσπερ, Aesch. Eum. 657; Xen. Hell. 6, 1, 4 u. sonst. ἅπερ: οὐδ. πληθ. τοῦ ὅσπερ, ὃ ἴδε, παρ’ Ἀττ. συχν. ἐν χρήσει ὡς ἐπίρρ. = ὥσπερ, Αἰσχύλ.
    1 KB (113 words) - 12:30, 10 January 2019
  • or ὥσπερ εἰ, Adv.    A just as if, with indic., ὥσπερ εἰ παρεστάτεις A.Ag.1201; with opt., ὥσπερ τις εἴ σοι . . μηδὲν διδοίη S.OC 776; τὸ ὡσπερεὶ φάναι
    4 KB (327 words) - 14:40, 3 October 2019
  • κυσὶ οἱ ἰχνευταὶ θάπτονται Id.2.67; πολλοὶ συνεξήκουον ὡ. ἐμοί S.Tr.372; ὥσπερ γὰρ... ὡ. δὲ σύ Id.El.27; opp. ὡς ἑτέρως, Arist.SE169a31.    2 further strengthd
    7 KB (779 words) - 13:50, 3 October 2019
  • ἀλλήλαις», Αριστοτ.) 3. πιέζω με το πόδι, πατικώνω, συμπιέζω, πλαταίνω κάτι («ὥσπερ ἐμποδίζων ἰσχάδας» — σαν να συμπιέζει με το πόδι ξερά σύκα, για να τά αρμαθιάσει
    2 KB (138 words) - 07:08, 29 September 2017
  • ἐν τρόπῳ (gen.), V. ἐν τρόποις (gen.), τρόπον (gen.). As: P. and V. ὡς, ὥσπερ, ὡσπερεί, οἷα, Ar. and P. καθάπερ, V. ὥστε, ὅπως, ὁποῖα, ἅπερ, ὡσεί. It was
    3 KB (300 words) - 11:01, 7 August 2017
  • τύκοις ἡρμοσμένα (Eur., H.F. 944). adv. P. and V. καί. Even as: P. and V. ὥσπερ, ὡς. Not even: P. and V. οὐδέ, μηδέ. Even so, yes: P. and V. ναί, ναιχί;
    1,009 bytes (136 words) - 07:45, 10 January 2019
  • and P. ἀτεχνῶς. Just as I am: P. and V. ὡς ἔχω. Just as I was: P. and V. ὥσπερ εἶχον. Just about: P. and V. σχεδόν τι. Just now: P. and V. νῦν, ἄρτι, νέον
    1 KB (144 words) - 08:49, 15 August 2017
  • story of my many misfortunes: P. ἐγὼ τῶν γεγενημένων ἀποδυράμενος τὰ πλεῖστα ὥσπερ ῥᾴων ἔσομαι (Dem. 1118). Look up easy on Perseus Dictionaries | Perseus
    1 KB (109 words) - 09:36, 21 July 2017
  • ἔστιν ἐν μάχαις λ. πώγωνος Alexander Magnusap.Plu.2.18ob, cf. Plu.Thes.5; ὥσπερ ἀθλητὴς λ. ζητεῖν Id.Fab.5: metaph., τὰς λ. τοῦ φαρμάκου Gal.11.426.    III
    14 KB (1,221 words) - 11:45, 26 February 2019
  • auch ὥςπερ ἄν c. conj., wie ὡς ἄν, Soph. O. C. 1363. Man bemerke bes. den Gebrauch des ὥςπερ nach ὁ αὐτός, εἴ τις διισχυρίζοιτο τῷ αὐτῷ λόγῳ ὥςπερ σύ Plat
    1 KB (195 words) - 19:56, 2 August 2017
  • 178, Od.4.148, etc.; in Att. also οὕτως ὥσπερ S.Tr.475, etc.; ὥσπερ... οὕτω καὶ… X.Cyr.1.4.21; ὡσαύτως, ὥσπερ... οὕτω καὶ… Pl.Ion534a; also οὕτως, ὅπως…
    47 KB (4,888 words) - 13:50, 3 October 2019
  • που εγύρισε, ουρανός και γης ευφράνθη», Σολωμ. β. «ἔχαιρεν εὐφραινόμενος ὥσπερ ἐν παραδείσῳ», Διγεν. Ακρ. γ. «αὐτή τε εὐφρανέαι καὶ τὰ ἐντεταλμένα ποιήσεις»
    1 KB (96 words) - 07:15, 29 September 2017
  • και ὥσπερ εἰ Α επίρρ. ακριβώς σαν να («ὥσπερ εἰ παρεστάτεις», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὥσπερ + εἰ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    336 bytes (24 words) - 06:30, 29 September 2017
  • μέρος στο άλλο αρχ. 1. ο άστατος, ο ανήσυχος «δῆμός ἐστιν ἀσταθμητότατον... ὥσπερ θάλαττ' ἀκατάστατον» (Δημοσθ. 383, 6) 2. ασταθής, ανάξιος εμπιστοσύνης «ἀνὴρ
    2 KB (117 words) - 06:48, 29 September 2017
  • εκεί, παρασύρω (α. «ἄχνας ἄνεμος φορέει», Ομ. Ιλ. β. «ὅπως μὴ διαχεόμενον, ὥσπερ ἡ γῆ, φοροῑτο», Θουκ.) 4. μέσ. φοροῡμαι, -έομαι μεταφέρω συχνά («αὐτὴ δὲ
    3 KB (272 words) - 12:10, 10 January 2019
  • fractures and sprains make themselves felt when the body catches any disease: P. ὥσπερ τὰ ῥήγματα καὶ τὰ σπάσματα ὅταν τι κακὸν τὸ σῶμα λάβῃ τότε κινεῖται (Dem
    2 KB (249 words) - 09:40, 21 July 2017
  • αὐτῆς μεγάλη», ΚΔ. γ. «τὰ περὶ Φαέθοντα καὶ τὴν ἐκείνου πτῶσιν», Πολ. δ. «ὥσπερ ἐν πτώσει κύβων», Πλάτ.) 2. μτφ. ταπείνωση, κατάπτωση, ύφεση (α. «σημειώθηκε
    4 KB (332 words) - 12:25, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)