Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ᾆσμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • τρόπον ᾠδῆς νέον Pl.R.424c •como tít. ᾆσμα ᾀσμάτων Cantar de los Cantares LXX Ca.1.1, Amph.Seleuc.275. Source: ᾆσμα ᾆσμα: -ατος, τό (ᾄδω), άσμα, λυρική ωδή
    4 KB (398 words) - 15:10, 9 January 2019
  • το (AM ᾆσμα, Α και ἄεισμα) το τραγούδι, κυρίως λυρική ωδή ή ύμνος νεοελλ. 1. το κείμενο του άσματος με τη μελωδία του 2. ο ψαλμός 3. εκκλ. ένα από τα ποιητικά
    1 KB (81 words) - 06:22, 29 September 2017
  • P. and V. ᾠδή, ἡ, μελῳδία, ἡ, ὕμνος, ὁ, μέλος, τό, Ar. and P. ᾆσμα, τό (Dem. and Plato), Ar. and V. ἀοιδή, ἡ, μολπή, ἡ (Eur., Supplices 773). V. ὑμνῳδία
    871 bytes (86 words) - 08:51, 20 May 2020
  • v. ᾆσμα. Source: ἄισμα
    33 bytes (4 words) - 12:10, 21 August 2017
  • ἀοιδάω, ἀοιδιάω, βαβράζω, ἀνακρέκομαι, ᾄδω, ἐξᾴδω, ᾆσμα, ἀνυμνέω, γιγνώσκω, γηρύω, ἐκβοάω, ἀποφθέγγομαι, γανόω, ἀχέω, ἀνακρούω, ἀθύρω, ἀνηπύω, ἀναφυσάω
    394 bytes (19 words) - 06:57, 22 August 2017
  • περιπλόκου μουσικῆς, Γρηγ. Ναζ. - Κατὰ Σουΐδ.: «λύγισμα, αἰσχρὰ φωνή, βδελυρὸν ᾆσμα, ὃ λέγουσιν Ἀλεξανδρεῖς». το (AM λύγισμα, Μ και λύγισμαν) λυγίζω 1. η ενέργεια
    2 KB (134 words) - 16:55, 28 June 2020
  • 498, πρβλ. Ω. 197. 2) ἡ πρᾶξις τοῦ ᾄδειν, ᾆσμα, οἱ δ’ εἰς... ἱμερόεσσαν ἀ. τρεψάμενοι Σ. 304. 3) τὸ ᾀδόμενον, ᾆσμα, ᾠδή, στονόεσσαν ἀ. οἱ μὲν ἀρ. ἐθρήνεον
    7 KB (674 words) - 14:42, 8 July 2020
  • μέλος, τό, Brunnenschöpferlied, Callim. frg. bei Schol. Ar. Ran. 1297, τὸ ᾆσμα, ὃ ᾄδουσιν οἱ ἀντληταὶ ἱμαῖον; Suid.; bei Ath. XIV, 619 b wird ἱμαῖος ᾠδὴ
    3 KB (229 words) - 17:20, 8 July 2020
  • ion. c. ᾆσμα. Étymologie: ἀείδω. v. ᾆσμα. Source: ἄεισμα ἄεισμα: τό, ποιητ. και Ιων. αντί ᾆσμα, σε Ηρόδ. κ.λπ. ἄεισμα: ατος τό ион. = ᾆσμα. poet
    1 KB (88 words) - 15:25, 8 July 2020
  • κύκνειον: τό (sc. μέλος или ᾆσμα) лебединая песнь: τὸ κ. ἐξηχεῖν Polyb. петь лебединую песнь, т. е. обращаться с отчаянным призывом.
    264 bytes (21 words) - 23:20, 31 December 2018
  • ὄρθριον: I τό 1) раннее утро, рассвет Her.; 2) (sc. ᾆσμα) утренняя песнь (ὄ. ᾄδειν Arph.). II (τό) adv. ранним утром, на рассвете, чуть свет Her., Arph
    372 bytes (28 words) - 14:10, 31 January 2019
  • Scol. σ. 14-41· ὡσαύτως ὡς τὸ ἐπῳδός, Λατ. carmen, μαγικὸν ᾆσμα, πρβλ. Schäf. Long. 356. II. ᾆσμα, τὸ ᾄδειν, Πλουτ. Κράσσ. 33, κτλ.· ἐπὶ πτηνῶν, ἀριστ. περὶ
    8 KB (778 words) - 18:15, 8 July 2020
  • τό, Dim. of ᾆσμα, Pl.Com.235. [Seite 372] τό, dim. von ᾆσμα, Liedchen, Plat. com. Poll. 4, 64. ᾀσμάτιον: τό, ὑποκορ. τοῦ ᾆσμα, Πλάτ. Κωμ. ἐν Ἀδήλ.
    987 bytes (69 words) - 21:30, 7 July 2020
  • ᾀσμός, ᾆσμα
    46 bytes (2 words) - 06:57, 22 August 2017
  • μεταβολαὶ πολιτειῶν θανατηφόροι Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 32· θανατηφόρον ᾄδω, ψάλλω ᾆσμα θανάτου, νυκτικόραξ ᾄδει θανατηφόρον Ἀνθ. Π. 11. 186. Πρβλ. θανατοφόρος.
    6 KB (512 words) - 08:53, 8 July 2020
  • πρωΐαν, ἑωθινός, διὰ τὸν ὄρθ. νόμον, τὸ ἑωθινὸν ᾆσμα, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 741· ὀρθριον ᾄδειν (ἐξυπακ. ᾆσμα), ἐπὶ τοῦ ἀλέκτορος, Ἀριστοφ. Ὄρν. 489· δεῖ ὄρθριον
    7 KB (609 words) - 17:50, 8 July 2020
  • παραστάσεων ἴδε Müller Archäol. de Künst § 393. II. μοῦσα ὡς προσηγορ., μουσική, ᾆσμα, μ. στυγερὰ Αἰσχύλ. Εὐμ. 308· εὔφημος ὁ αὐτ. ἐν Ἱκέτ. 695· καναχάν... θείας
    9 KB (731 words) - 21:35, 7 July 2020
  • ατος, τό,    A = δίασμα, AB452; cf. ἄττω. -ματος, τό • Alolema(s): ᾆσμα Sud.; ἆσμα EM 270.18G. 1 en el telar urdimbre, AB 452, Sud., EM l.c. 2 sent
    2 KB (138 words) - 06:59, 29 September 2017
  • acc., learn gradually or by rote, ἄθλους προμαθεῖν E.Fr.912.10 (anap.); ᾆσμα Ar.Nu.966; μαθήματα Pl.Lg.643c: c. gen., dub. in Call.Fr.anon.205: c. inf
    5 KB (385 words) - 12:25, 8 July 2020
  • κρουσόλυρος, -ον (Μ) αυτός που παίζεται με λύρα («κρουσόλυρον ᾆσμα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < κρούω + λύρα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    318 bytes (22 words) - 07:26, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)