Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ῥίζα" on this wiki. See also the other search results found.

  • («ἀστέων ῥίζα», Πίνδ.) 3. φρ. «ἐλατήριος ῥίζα» — καθαρτική ρίζα, καθάρσιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ῥίζα (< Fρίδ-ja) ανάγεται σε ΙΕ ρίζα wrād- «βλαστός, ρίζα», με δυσερμήνευτο
    26 KB (2,257 words) - 10:30, 20 January 2019
  • subs. P. and V. ῥίζα, ἡ. Trunk: Ar. and P. στέλεχος, τό. Met., origin: P. and V. πηγή, ἡ, ῥίζα, ἡ. Beginning: P. and V. ἀρχή, ἡ. Family: P. and V. γένος
    1 KB (128 words) - 09:50, 21 July 2017
  • («ἀστέων ῥίζα», Πίνδ.) 3. φρ. «ἐλατήριος ῥίζα» — καθαρτική ρίζα, καθάρσιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ῥίζα (< Fρίδ-ja) ανάγεται σε ΙΕ ρίζα wrād- «βλαστός, ρίζα», με δυσερμήνευτο
    8 KB (548 words) - 12:26, 29 September 2017
  • Starting point: P. and V. ἀφορμή, ἡ. Source, root: P. and V. πηγή, ἡ (Plat.), ῥίζα, ἡ. Birth, lineage: P. and V. γένος, τό, V. γονή, ἡ, σπορά, ἡ; see lineage
    604 bytes (69 words) - 09:47, 21 July 2017
  • τα, Ν πρόποδες βουνού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρίζα, κατά τα: χαμηλά, ψηλά]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    228 bytes (19 words) - 12:26, 29 September 2017
  • στέλεχος, τό, πρέμνον, τό. Root: P. and V. ῥίζα, ἡ. Met., family: P. and V. γένος, τό, V. σπέρμα, τό, ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό; see stock. v. trans. P. and
    647 bytes (66 words) - 11:58, 10 January 2019
  • Cause at law: P. and V. ἀγών, ὁ, δίκη, ἡ. Source, root: P. and V. πηγή, ἡ, ῥίζα, ἡ. The cause of: use adj., P. and V. αἴτιος (gen.). Of these things I am
    2 KB (239 words) - 13:54, 7 August 2017
  • γενέα, ἡ (Eur., Frag.; also Plat. but rare P.), V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό. ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό, σπορά, ἡ. Tribe: P. and V. ἔθνος, τό, φῦλον, τό. Gods of
    2 KB (163 words) - 11:00, 7 August 2017
  • Race: P. and V. γένος, τό, Ar. and V. γέννα, ἡ, V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό, ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό; see stock. Household: P. and V. οἶκος, ὁ, P. οἰκία, ἡ, Ar
    975 bytes (108 words) - 09:41, 21 July 2017
  • κρήνη, ἡ, Ar. and V. κρουνός, ὁ. Origin: P. and V. ἀρχή, ἡ, πηγή, ἡ (Plat.), ῥίζα, ἡ. From what source, interrog.: P. and V. πόθεν; see whence. From another
    471 bytes (56 words) - 10:03, 21 July 2017
  • and V. σπέρμα, τό (Plat.), V. σπορά, ἡ. Origin: P. and V. ἀρχή, ἡ, πηγή, ἡ, ῥίζα, ἡ. Germ: P. and V. σπέρμα, τό. Family race: P. and V. γένος, τό, V. γονή
    636 bytes (68 words) - 10:01, 21 July 2017
  • ἔδαφος, τό. Foundation: P. θεμέλιοι, οἱ, τὰ κάτωθεν, P. and V. πυθμήν, ὁ, V. ῥίζα, ἡ. Of a hill: P. κράσπεδα, τά (Xen.). Of a triangle: P. βάσις, ἡ. Base of
    2 KB (203 words) - 06:42, 22 August 2017
  • (Plat.), P. ἔδαφος, τό. Foundation: P. θεμέλιος, ὁ, P. and V. πυθμήν, ὁ, V. ῥίζα, ἡ. Foot of a hill: P. κράσπεδα, τά (Xen.). At the fool of, prep.: P. and
    2 KB (261 words) - 11:00, 7 August 2017
  • τό. Family line: P. and V. γένος, τό, Ar. and V. γέννα, ἡ, V. σπέρμα, τό, ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό, πυθμήν, ὁ, σπορά, ἡ, Ar. and P. γενεά, ἡ (Plat. but rare
    1 KB (125 words) - 10:04, 21 July 2017
  • subs. P. θεμέλιοι, οἱ, τὰ κάτωθεν (Dem. 21), P. and V. πυθμήν, ὁ, V. ῥίζα, ἡ. Lowest part: P. and V. κρηπίς, ἡ (Plat.), βάθρον, τό (Xen.), βάσις, ἡ (Plat
    1 KB (141 words) - 09:41, 21 July 2017
  • κρηναῖος. Spring, source, origin, Met.: P. V. ἀρχή, ἡ, πηγή, ἡ (Plat.). ῥίζα, ἡ. Spring, leap: V. πήδημα, τό, ἅλμα, τό (also Plat. but rare P.), ἐκπήδημα
    3 KB (300 words) - 15:54, 28 August 2017
  • P. and V. ὁδός, ἡ, πορεία, ἡ. Family: P. and V. γένος, τό, V. σπέρμα, τό, ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό; see family. Being thus related through the male and not the
    3 KB (321 words) - 18:28, 9 August 2017
  • [ῠ]· ῥίζα, ἐν ᾗ οἱ σῦς θηρεύονται, Hsch. συαγών,    A v. σιαγών. [Seite 960] Schweine würgend, ῥίζα, Hesych. σύαγχος: -ον, ὁ πνίγων, ἀπάγχων χοίρους
    2 KB (101 words) - 12:35, 29 September 2017
  • jusqu’à la racine en parl. de pers., de races, etc. Étymologie: πρό, ῥίζα. (ῥίζα): with the roots, ‘root and branch,’ Il. 11.157 and Il. 14.415. -η
    5 KB (394 words) - 11:30, 9 January 2019
  • / ῥιζολόγος, ΝΜ αυτός που μαζεύει ρίζες, ιδίως φαρμακευτικές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥίζα + -λόγος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    312 bytes (22 words) - 12:26, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)