Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ῥαββί" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἐγώ εἰμι ῥαββί», ΚΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. < εβρ. rabb «δάσκαλος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ῥαββί: ῥαββονί
    3 KB (324 words) - 14:29, 3 October 2019
  • ο / ῥαββί, ΝΜΑ, και ραβί Ν, και ῥαββίς και ῥαββονί και ῥαββουνί Α (κυρίως στην Καινή Διαθήκη) 1. τίτλος που αποδίδεται από τους Εβραίους στους επίσημους
    863 bytes (71 words) - 12:25, 29 September 2017
  • John the Baptist is addressed by this title, Winer's Grammar, § 65,5a.) ῤαββί, ῤαββί, R G in רבי רבי for אבי אבי in the Targ. on Lightfoot Horae Hebrew et
    900 bytes (126 words) - 18:02, 28 August 2017
  • ο, Ν (στους Εβραίους) βλ. ραββί. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    87 bytes (15 words) - 12:25, 29 September 2017
  • учитель = ἀλείπτης, παιδευτής, μυσταγωγός, σωφρονιστήρ, καθηγητής, διδάσκαλος, ῥαββί, ῥαββουνί Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό |
    209 bytes (44 words) - 20:55, 13 October 2019
  • και ῥαββουνί, ὁ, Α βλ. ραββί. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    84 bytes (15 words) - 12:25, 29 September 2017
  • ὁ, Α βλ. ραββί. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    58 bytes (13 words) - 12:25, 29 September 2017
  • και Ραβανίτες, οι, Ν ραββι εκκλ. οπαδοί εβραϊκής αίρεσης η οποία αναγνωρίζει ως πηγή της εβραϊκής θρησκείας τόσο τον γραπτό νόμο της Παλαιάς Διαθήκης όσο
    420 bytes (43 words) - 12:25, 29 September 2017
  • fitted to teach, or thinks himself so: רַב is rendered in Greek διδάσκαλος: ῤαββί, and Pressel in Herzog xii., p. 471 f; (Campbell, Dissert. on the Gospels
    14 KB (1,677 words) - 13:30, 3 October 2019
  • or rhabbouni of Chaldee origin; corresponding to ῥαββί: Lord, Rabboni. 原文音譯:?abbon„ 拉波你 詞類次數:名詞(2) 原文字根:我的 許多(廣博) 字義溯源:我的師傅,拉波尼(希伯來文音譯,意:夫子);源自希伯來文(רַב‎
    715 bytes (103 words) - 14:26, 3 October 2019
  • (so in ραββουνι (WH ῥαββονει, see references under ῤαββί, at the beginning) (Chaldean רִבּון, lord; רַבָּן, master, chief, prince; cf. Levy, Chald. WB
    819 bytes (103 words) - 18:00, 28 August 2017