Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ῥηΐζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Full diacritics: ῥηΐζω Medium diacritics: ῥηΐζω Low diacritics: ρηίζω Capitals: ΡΗΙΖΩ Transliteration A: rhēḯzō Transliteration B: rhēizō Transliteration
    430 bytes (33 words) - 10:39, 31 January 2021
  • ῥηίζω: Ἰων. ἀντὶ τοῦ ῥαΐζω.
    79 bytes (5 words) - 09:54, 5 August 2017
  • ῥαΐσειε steht; auch c. gen., πόνων, Memnon. 4; – das ion. ῥηΐζω hat Hippocr. ῥᾱΐζω: Ἰων. ῥηίζω: μέλλ. -ΐσω· (ῥᾷ, ῥᾴων)· γίνομαι ἡσυχώτερος, μᾶλλον ἀνεκτός
    5 KB (423 words) - 10:00, 11 September 2021
  • Α ιων. τ. βλ. ραΐζω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    67 bytes (14 words) - 12:26, 29 September 2017
  • (I) Ν βλ. ραγίζω. (II) ΜΑ, και ιων. τ. ῥηΐζω Α (το ενεργ και μέσ.) αναπαύομαι από τις έγνοιες και τις φροντίδες, ησυχάζω αρχ. 1. (για ασθένειες) γίνομαι
    982 bytes (77 words) - 11:50, 9 January 2019
  • μαψ-ιδίως, -ίδιος a.o.); to this ῥᾳδιέστερος a. o. -- From ῥήϊον, ῥᾳ̃ον: ῥηΐζω, ῥαΐζω, aor. -ίσαι to recover (IA.) and ῥαΐαν ὑγείαν H. From ῥήϊστος, ῥᾳ̃στος :
    7 KB (788 words) - 12:30, 9 January 2022
  • καρούχων, ῥαιδίων, Hsch. ῥηθῆναι, ῥηθήσομαι, v. ἐρῶ. ῥηΐδιος, v. ῥᾴδιος. ῥηΐζω, v. ῥαΐζω. ῥήϊστος, ῥηΐτατος, ῥηΐτερος, v. ῥᾴδιος. * Abbreviations: ALL
    1 KB (98 words) - 16:45, 1 January 2021
  • auch Her. – Adv. ῥηϊδίως. ion. c. ῥᾴδιος. ῥηΐδιος: Ιων. αντί ῥᾴδιος· ῥηΐζω, αντί ῥαΐζω. ῥηΐδιος: эп.-ион. = ῥᾴδιος.
    712 bytes (45 words) - 10:38, 31 January 2021