Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ῥοΐζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Pferd schwemmen, in die Schwemme reiten, auch im med., Lob. Phryn. 616. ῥοΐζω: ἵππον, (ῥοὴ) βάλλω τὸν ἵππον εἰς τὸ ὕδωρ νὰ κολυμβήσῃ, Συγγραφεὺς παρὰ τῷ
    1 KB (101 words) - 12:26, 29 September 2017
  • (I) -έω, Α ῥοῑζος 1. ηχώ δυνατά, παράγω ήχο τριγμού ή σφυρίγματος 2. (για φίδι) σφυρίζω 3. (για πτηνό) κινούμαι ορμητικά χτυπώντας τα φτερά μου 4. ρίχνω
    656 bytes (55 words) - 11:55, 9 January 2019
  • ΜΑ ῥόος / ῥοή] (σχετικά με άλογο) οδηγώ στο νερό για να πλύνω («ῥοΐσαντα εἰς ὕδωρ γλυκύ», Ιππιατρ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    232 bytes (26 words) - 12:26, 29 September 2017
  • ὁ, (ῥοΐζω)    A = ὁ τῶν ἵππων ῥισμός (sic), Hsch. ῥοϊσμός: ὁ, (ῥοΐζω) κολύμβημα, ἐπὶ ἵππων, «ροϊσμός· ὁ τῶν ἵππων» Ἡσύχ.
    563 bytes (20 words) - 10:13, 5 August 2017
  • «κυλίστρα τῶν ἵππων παρὰ τῷ ποταμῷ καὶ ψάμμῳ» Ἡσύχ.· ἐντεῦθεν τὸ νεώτερον ῥοΐζω.
    1 KB (51 words) - 09:40, 5 August 2017
  • watery, falling off (Hp., Th., Arist. etc.), ῥοϊκός fluid (Hp., Dsc.), ῥοΐζω to drench, of horses (Hippiatr.) with ῥοϊσμός H.; 3. ῥοῖαι f. pl. floods
    55 KB (5,439 words) - 14:25, 3 October 2019
  • -έω Μ κάνω κάτι να εκπέμψει γύρω οξύ ήχο σαν σφύριγμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι- + ῥοιζῶ «σφυρίζω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    328 bytes (24 words) - 12:16, 29 September 2017
  • Α ῥοιζῶ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. θεματικός ενεστ. του ῥοιζόω, -ω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    184 bytes (18 words) - 12:26, 29 September 2017
  • -ή, -όν, Μ ῥοιζῶ θορυβώδης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    77 bytes (14 words) - 12:26, 29 September 2017
  • -έω, Α αντηχώ από βαθιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + ῥοιζῶ «σφυρίζω, ηχώ»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    281 bytes (20 words) - 12:53, 29 September 2017
  • -έω, Μ συρίζω ή κραυγάζω μαζί ή συγχρόνως με κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ῥοιζῶ «σφυρίζω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    320 bytes (23 words) - 12:44, 29 September 2017
  • ἀναρροιζῶ (-έω) (Α) ροιζώ 1. ορμώ προς τα πάνω, προς τα πίσω 2. κινούμαι στον αέρα με ταχύτητα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    233 bytes (27 words) - 06:23, 29 September 2017
  • -έω (Α) έρχομαι εναντίον κάποιου με δυνατό θόρυβο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + ῥοιζῶ (< ῥοῖζος «δυνατός θόρυβος»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    420 bytes (25 words) - 06:38, 29 September 2017
  • ἐπιρροιζῶ, -έω (Α) ροιζώ 1. έπιρροιβδώ 2. (με σύστ. αιτ.) αναγκάζω κάποιον με σφυρίγματα και φωνές να φύγει («καὶ τοιαύτας τῷδ’ ἐπιρροιζεῑς φυγάς», Αισχύλ
    567 bytes (47 words) - 07:12, 29 September 2017
  • saufen, schwirren, pfeifen; Il. 10, 502, Hes. Th. 835 hat dazu, wie von ῥοίζω, die Iterativform ῥοίζεσκε gebildet; von der Schlange, zischen, Ap. Rh. 4
    5 KB (450 words) - 17:40, 10 January 2019
  • ὁ, Α ροΐζω (κατά τον Ησύχ.) «ὁ τῶν ἵππων κυλισμός». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    140 bytes (19 words) - 12:26, 29 September 2017
  • -ήσεως, ἡ, Α [ῥοιζῶ (Ι)] 1. συριγμός, σφύριγμα 2. η κίνηση του βέλους, το σφύριγμα του βέλους. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    225 bytes (26 words) - 12:26, 29 September 2017
  • τὸ, Α [ῥοιζῶ (Ι)] 1. ορμητική, θορυβώδης κίνηση 2. γρήγορη πτήση 3. εκδήλωση, έκφραση με πάθος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    248 bytes (25 words) - 12:26, 29 September 2017
  • ῥοίζησις: -εως, ἡ, θόρυβος, συριγμός, Ἀκύλ. Ἔξοδ. ΙΘ΄, 13. -ήσεως, ἡ, Α [ῥοιζῶ (Ι)] 1. συριγμός, σφύριγμα 2. η κίνηση του βέλους, το σφύριγμα του βέλους
    837 bytes (51 words) - 12:26, 29 September 2017
  • [Seite 848] ὁ, das Schwemmen, Hesych. ὁ, Α ροΐζω (κατά τον Ησύχ.) «ὁ τῶν ἵππων κυλισμός». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    254 bytes (25 words) - 12:26, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)