Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ῥόδινος" on this wiki. See also the other search results found.

  • πολύτιμου λίθου, ποικιλίας του υακίνθου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδινος, με καταβιβασμό του τόνου]. -η, -ο / ῥόδινος, -ίνη, -ον, ΝΜΑ νεοελλ. 1. ο ευοίωνος, ο αίσιος (α
    3 KB (220 words) - 15:22, 1 July 2020
  • -η, -ο / ῥόδινος, -ίνη, -ον, ΝΜΑ νεοελλ. 1. ο ευοίωνος, ο αίσιος (α. «ρόδινες προοπτικές» β. «η κατάσταση δεν είναι ρόδινη») 2. το ουδ. ως ουσ. το ρόδινο
    1 KB (84 words) - 12:26, 29 September 2017
  • ὁ, Μ ονομασία πολύτιμου λίθου, ποικιλίας του υακίνθου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδινος, με καταβιβασμό του τόνου]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    295 bytes (23 words) - 12:26, 29 September 2017
  • ή, όν,=    A ῥόδινος, παρειαί Opp.C.1.501. [Seite 846] = ῥόδινος, Opp. Cyn. 1, 501, zw. ῥοδᾰλός: -ή, -όν, = ῥόδιος, εὔχρους, παρειαὶ Ὀππ. Κυνηγ. 1
    1 KB (63 words) - 12:26, 29 September 2017
  • ἀρετές, τόσον περισσότερον φαίνεται νὰ μεγαλώνει καὶ ὁ Θεὸς εἰς ἐκείνην», Ροδινός) 3. (η μτχ. μέσ. παρακμ. ως επίθ.) μεγαλωμένος, -η, -ον ογκώδης. [ΕΤΥΜΟΛ
    2 KB (154 words) - 07:36, 29 September 2017
  • αὐτόν», ΚΔ) αρχ. (1. για πρόσωπα ή για μέρη του σώματος) κατακόκκινος, ρόδινος (α. «πορφυρᾱ Ἀφροδίτη», Ανακρ. β. «πορφυροῡν στόμα», Σιμων.) 2. (για άνθρωπο)
    2 KB (170 words) - 12:20, 29 September 2017
  • αυτός που έχει ρόδινο χρώμα («χείλη ῥοδινόφυα», Διγ. Ακρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδινος + -φυος (< φύομαι), πρβλ. ταχύ-φυος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    413 bytes (27 words) - 12:26, 29 September 2017
  • -ον, Μ αυτός που έχει ρόδινο, ροδαλό πρόσωπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδινος + -πρόσωπος (< πρόσωπον), πρβλ. καλλι-πρόσωπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    395 bytes (24 words) - 12:26, 29 September 2017
  • βολβού νεοελλ. 1. το φωτοστέφανο που περιβάλλει τις κεφαλές τών αγίων 2. ο ρόδινος κύκλος γύρω από τη θηλή του μαστού αρχ. 1. αλώνι 2. κουλουριασμένο φίδι
    1 KB (113 words) - 06:19, 29 September 2017
  • 576, cf. Pi.P.4.240; κισσίνους σ. δρυός τε E. Ba.703; δάφνας σ. Isyll.19; ῥόδινος, ῥοδόεις, Anacr.83, Theoc.7.64; ἀνθεμεῦντες Anacr.62; πλεκτὸν σ. ἐκ λειμῶνος
    40 KB (3,784 words) - 12:35, 5 July 2020
  • ῥόδινος
    35 bytes (1 word) - 11:13, 22 August 2017
  • ῥόδινος
    35 bytes (1 word) - 11:13, 22 August 2017
  • interprets as λεπτόν, οἱονεὶ ῥαδονόν, παρὰ τὸ ῥᾳδίως δονεῖδθαι). [Seite 846] = ῥόδινος, zw. (vgl. ῥαδινός, κραδάω), schwank, schlank, leicht bewegt, παρὰ ῥοδανὸν
    3 KB (234 words) - 10:10, 30 June 2020
  • τέλος, η σχέση της ελλ. λ. με το λατ. rosa. ΠΑΡ. ροδαλός, ροδή, ροδίζω, ρόδινος, ροδών(-ας), ροδωπός αρχ. ροδάριον, ρόδεος, ροδιή, ροδίς, ροδίτης, ροδίτις
    5 KB (318 words) - 12:26, 29 September 2017
  • οἰνορρόδινον, τὸ (ΑΜ) μίγμα από οίνο και ροδόσταγμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶνος + ῥόδινος (< ῥόδον)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    352 bytes (21 words) - 12:07, 29 September 2017
  • 20.245.11 (vi A.D.). -οῡν, Α ρόδινος και πορφυρός, ροδοκόκκινος («καμίσιον ροδινοπορφυροῡν», πάπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδινος + πορφυροῦς. Αναζήτηση σε: Google
    846 bytes (34 words) - 16:07, 1 July 2020
  • -οῡν, Α ρόδινος και πορφυρός, ροδοκόκκινος («καμίσιον ροδινοπορφυροῡν», πάπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδινος + πορφυροῦς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    357 bytes (21 words) - 12:26, 29 September 2017
  • οἰνορρόδινον, τὸ (ΑΜ) μίγμα από οίνο και ροδόσταγμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶνος + ῥόδινος (< ῥόδον)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    897 bytes (41 words) - 19:55, 30 June 2020
  • (by implication) fadeless: that fadeth not away. (from ἀμάραντος, as ῥόδινος made of roses, from ῤόδον, a rose; cf. ἀκάνθινος), composed of amaranth
    4 KB (349 words) - 14:58, 1 July 2020
  • -η, -ο, Ν ο ελαφρά ρόδινος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ωχρός + ρόδινος. Ο τ. μαρτυρείται από το 1897 στην εφημερίδα Εστία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    340 bytes (27 words) - 06:30, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)