Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ῥύφω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Full diacritics: ῥύφω Medium diacritics: ῥύφω Low diacritics: ρύφω Capitals: ΡΥΦΩ Transliteration A: rhýphō Transliteration B: rhyphō Transliteration
    593 bytes (45 words) - 15:10, 1 January 2021
  • το / ῥόφημα, ΝΜΑ, και ιων. τ. ῥύφημα Α [[ῥοφῶ / ῥυφῶ]] νεοελλ. ζεστό κυρίως πρωινό, αφέψημα, τσάι μσν. ρουφηξιά, γουλιά κρασιού μσν.-αρχ. ρευστή, πυκνόρρευστη
    512 bytes (44 words) - 12:27, 29 September 2017
  • -έω, Α ιων. τ. βλ. ροφώ. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    77 bytes (15 words) - 12:27, 29 September 2017
  • ΝΜΑ, και ρουφῶ Ν και ῥοφῶ και ῥοφάνω και ῥυφάνω και ῥυμφάνω και ιων. τ. ῥυφῶ, -έω, Α 1. καταπίνω υγρό με βαθιά εισπνοή, με θορυβώδη τρόπο, με λαιμαργία
    3 KB (233 words) - 12:26, 29 September 2017
  • σε ιδιαίτερη φωνητική αντιπροσώπευση συνεσταλμένης βαθμίδας (πρβλ. ῥοφῶ: ῥυφῶ) και όχι στη σύνδεση του τ. με τη λ. ῥυβός «κυρτός, στρεβλός» (βλ. λ. ῥυβόν)]
    5 KB (355 words) - 13:00, 15 February 2019
  • bouillie. Étymologie: ῥοφέω. το / ῥόφημα, ΝΜΑ, και ιων. τ. ῥύφημα Α [[ῥοφῶ / ῥυφῶ]] νεοελλ. ζεστό κυρίως πρωινό, αφέψημα, τσάι μσν. ρουφηξιά, γουλιά κρασιού
    2 KB (157 words) - 15:03, 1 January 2021
  • (στο Βυζ.) (ως προσωνυμία ναυάρχου) αβγορρούφης. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ᾠόν «αβγό» + ῥυφῶ, ιων. τ. του ῥοφῶ «ρουφώ»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    406 bytes (30 words) - 21:50, 29 December 2020
  • ΝΜΑ, και ρουφῶ Ν και ῥοφῶ και ῥοφάνω και ῥυφάνω και ῥυμφάνω και ιων. τ. ῥυφῶ, -έω, Α 1. καταπίνω υγρό με βαθιά εισπνοή, με θορυβώδη τρόπο, με λαιμαργία
    4 KB (298 words) - 16:45, 1 January 2021
  • ἡ, Α η ρόφηση πτισάνης. [ΕΤΥΜΟΛ. < πτισάνη + -ρρυφίη (< ῥυφῶ, ιων. τ. του ῥοφῶ)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    462 bytes (32 words) - 11:00, 31 December 2018
  • νεορρύφητος, -ον (Α) αυτός που έλαβε υγρή τροφή πριν από λίγο. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο)- + -ῥυφῶ, ιων. τ. του ροφώ «ρουφώ»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    842 bytes (53 words) - 14:42, 30 December 2020
  • -έω, Α καταβροχθίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. αποτελεί εκφραστικό τ. του ῥυφῶ (βλ. λ. ρουφώ) και έχει σχηματιστεί κατ' επίδραση της λ. ῥοῖβδος «ορμητική κίνηση»
    833 bytes (73 words) - 12:26, 29 September 2017
  • σε ιδιαίτερη φωνητική αντιπροσώπευση συνεσταλμένης βαθμίδας (πρβλ. ῥοφῶ: ῥυφῶ) και όχι στη σύνδεση του τ. με τη λ. ῥυβός «κυρτός, στρεβλός» (βλ. λ. ῥυβόν)]
    19 KB (1,581 words) - 19:11, 14 September 2021
  • βαθμίδα της ρίζας με αντιπροσώπευση του φωνηεντικού -r- ως -ρυ- (πρβλ. πιθ. ῥυφῶ, βλ. λ. ῥοφῶ), βλ. και λ. φάρκες. Κατ' άλλη άποψη, η λ. φρυγίλος θα μπορούσε
    4 KB (396 words) - 14:01, 14 September 2021