Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "camara" on this wiki. See also the other search results found.

  • camara camarae N F :: vault, vaulted/arched room/roof/ceiling; small boat roofed over with timber camara: ae, v camera. cămăra, æ, v. camera : Char
    296 bytes (34 words) - 09:15, 19 October 2022
  • γαζοφυλάκιον, δωμάτιον, ἄγκος
    83 bytes (3 words) - 18:20, 10 October 2022
  • βασανιστήριος
    46 bytes (1 word) - 06:57, 22 August 2017
  • δωροδοχεῖον
    43 bytes (1 word) - 06:45, 22 August 2017
  • ἁψίς
    29 bytes (1 word) - 06:57, 22 August 2017
  • δεχάς
    30 bytes (1 word) - 06:57, 22 August 2017
  • ἀμφιπολεῖον
    44 bytes (1 word) - 06:57, 22 August 2017
  • β) «η κάμαρα της πρύμνης» — η εξέδρα του πλοίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. camera ή camara «αψίδα, θόλος» < ελλ. καμάρα. Η λ. κάμαρη είναι μεταπλασμένος τ. του κάμαρα
    1 KB (78 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ρουμ. căminar «φοροεισπράκτορας» < cămară «έσοδα από έμμεσους φόρους, διόδια και άλλους πόρους» < πιθ. λατ. camara].
    1 KB (66 words) - 13:11, 8 January 2019
  • κυρίως τών υπνοδωματίων, θαλαμηπόλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. camariere < λατ. camara «αψίδα, θόλος»].
    487 bytes (25 words) - 06:38, 29 September 2017
  • 1, 1 ; Sall. C. 55, 4 2 barque à toit voûté : Tac. H. 3, 47. camera (camara), ae, f. (καμάρα), I) (gew. camera), das Gewölbe, die gewölbte Decke, Wölbung
    2 KB (305 words) - 09:10, 19 October 2022
  • ο θαλαμηπόλος πλοίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ισπ. camarote < λατ. camara «αψίδα, θόλος»].
    280 bytes (10 words) - 07:20, 29 September 2017
  • 27 •sent. peyor. casucha ἐν δωματίοις πενήτων Plu.2.517a. 2 habitación, cámara, dormitorio εἰς τὸ δ. ... ἕλκειν Ar.Lys.160, cf. Ec.8, Lys.1.17, 24, 12
    4 KB (431 words) - 10:35, 30 November 2022
  • en ὅς τ' ἐγκατῆγεν ... νυμφεύματ[ι] Δανάην el que encerró a Dánae en una cámara nupcial E.Fr.Arch.2.7 (pero cf. ἐγκαλύπτω). 2 intr. en v. med. colocarse
    616 bytes (66 words) - 12:00, 21 August 2017
  • και επιδρούν αφανώς στη λήψη αποφάσεων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ισπ. camarilla < λατ. camara «αψίδα, θόλος»].
    912 bytes (60 words) - 07:20, 29 September 2017
  • -ου, ὁ Eclecto o Eglecto liberto egipcio, ayudante de cámara y uno de los asesinos del emperador Cómodo, D.C.72.4.6, 73.1.1, Hdn.1.16.5, 17.2, Io.Ant.Fr
    194 bytes (36 words) - 12:28, 21 August 2017
  • o cima del monte ἄγκος ἐς ὑψικάρηνον ἐδίζετο Call.Fr.309.2, cf. Sud. II cámara, fondo de un pozo κοῖλον καταβήσεται ἄγκος φρείατος Alex.Aet.3.29. • Diccionario
    4 KB (392 words) - 19:15, 8 January 2023
  • Zonar. s.v. Κορβωνᾶς. -ου, τό lugar en que se guarda el tesoro real, cámara del tesoro Epiph.Const.Exc.Mens.86.9, Zonar.s.u. κορβωνάς.
    561 bytes (41 words) - 23:20, 23 August 2022
  • δεκὰς οἱονεὶ δ. Theol.Ar.59, cf. Phlp.in de An.76.11. 2 ἡ Δ. en Esparta cámara de la prisión donde se ajusticiaba a los condenados, Plu.Agis 19. δεχάς
    2 KB (176 words) - 22:00, 23 August 2022
  • λάσανα •plu. τὰ βάθρα escaños, asientos de una escuela, Pl.Prt.325e, en la cámara del consejo, Lys.13.37 •gradas de un teatro IIasos 262, Hero Stereom.42
    13 KB (1,285 words) - 08:48, 10 December 2022

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)