Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "fluor" on this wiki. See also the other search results found.

  • flŭor: ōris, m. id., I a flowing, flow (postAug.). I In gen.: aqua natura res labilis et ad fluorem semper tam prona, Arn. 2, 84: maris, Sol. 18; cf. in
    2 KB (362 words) - 10:30, 19 September 2021
  • ἱμάτια) белые одежды (λ. φέρειν ἐν τοῖς πένθεσι Plut.); 2) мед. бели (лат. fluor albus) Arst.
    718 bytes (68 words) - 07:52, 31 December 2018
  • τών οστών. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. επιστημον. όρου, πρβλ. γαλλ. fluor (< λατ. fluere «ρέω»). Η λ., στον λόγιο τ. φθόριον (< φθορά), μαρτυρείται
    2 KB (142 words) - 12:45, 29 September 2017
  • διφαινυλενομεθάνιο ή διβενζο-κυκλοπενταδιένιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. fluorene < fluor- (< νεολατ. fluor «είδος μετάλλου») + κατάλ. -ene της χημ. ορολογίας]. * Αναζήτηση
    651 bytes (37 words) - 12:46, 29 September 2017
  • του νεοδυμίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. fluocerine / fluocerite < fluo- (< fluor- < νεολατ. fluor «είδος μετάλλου») + cerine / cerite (βλ. κερίτης)]. * Αναζήτηση
    648 bytes (37 words) - 13:00, 29 September 2017
  • βενζολίου. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην Ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. fluorobenzene < fluor «φθόριο» + benzene (βλ. βενζόλιο)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    505 bytes (34 words) - 13:00, 29 September 2017
  • alvus, der Unterleib, sofern er sich durch den Gang vom Unrate frei macht, fluor ventris, Cels.: venter profluit, Cels.: venter solvitur, Cels.: venter mollitur
    6 KB (826 words) - 07:10, 28 February 2019
  • δερματοπαθειών. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. fluorescein < fluoresce < fluorescent (< fluor < νεολατ. fluor «είδος μετάλλου» + -escent < λατ. -escens, τών μτχ. τών εναρκτικών
    1 KB (85 words) - 12:55, 29 September 2017
  • διαλυτό στον αιθέρα και στο βενζόλιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. fluoranthene < fluor- (< νεολατ. fluor «είδος μετάλλου») + -anthene (< anth-rac-ene < άνθρακας)]. * Αναζήτηση
    1,008 bytes (63 words) - 12:52, 29 September 2017
  • ένυδρο φθοριούχο ορυκτό του αργιλίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. fluellite < flu-orine (< νεολατ. fluor «είδος μετάλλου») + wavellite «είδος μετάλλου»]. * Αναζήτηση
    496 bytes (29 words) - 13:00, 29 September 2017
  • ένυδρο φθοριούχο ορυκτό του αργιλίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. fluellite < flu-orine (< νεολατ. fluor «είδος μετάλλου») + wavellite «είδος μετάλλου»]. * Αναζήτηση
    496 bytes (29 words) - 12:50, 29 September 2017
  • Ursprung wo haben, v. Flüssen). – profluere (herabfließen, v. Quellen u. Flüs. sen). – Ist es = entstehen, s. d. * Look up in: Navigium | Albertmartin
    381 bytes (48 words) - 09:49, 15 August 2017
  • αυτή. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. fluoration < fluor «φθόριο»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (83 words) - 12:46, 29 September 2017
  • φθόριο. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. fluocarbonate < fluor «φθόριο» + carbon «άνθρακας»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    597 bytes (43 words) - 12:42, 29 September 2017
  • φθοροβενζόλιο). [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. και γαλλ. fluo- / fluor(o) / fluori]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    454 bytes (40 words) - 12:45, 29 September 2017
  • φθοριοχλωριούχος μόλυβδος. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ., πρβλ. γαλλ. fluochlorure < fluor «φθόριο» + chlorure (< χλωρός)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    551 bytes (36 words) - 12:48, 29 September 2017
  • αντιδάνειο σύνθ., πρβλ. αγγλ. chlorofluorocarbon < chloro- (< χλωρο-) + fluor(o) (βλ. φθόριο-) + carbon «άνθρακας»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    633 bytes (39 words) - 12:49, 29 September 2017
  • υδροφθορικό οξύ. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. fluoboric < fluor «φθόριο» + boric «βορικός»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    688 bytes (50 words) - 13:00, 29 September 2017
  • οξύ. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. fluosilicique < fluor «φθόριο» + silicique «πυριτικός»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    728 bytes (51 words) - 12:52, 29 September 2017
  • πρβλ. γαλλ. tetrafluoromethane < tetra- (< τετρα-) + fluoro- (< νεολατ. fluor) που αποδόθηκε στην ελλ. με το φθορο- (< φθόριο) + methane (πρβλ. μεθάνιο)]
    883 bytes (52 words) - 12:45, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)