Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άγαμος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄγαμος, -ον)
γάμος
ανύπαντρος
αρχ.
1. (κυρίως για άντρες) αυτός που δεν έχει γυναίκα, ανύπαντρος ή χήρος (για την ανύπαντρη γυναίκα λέγεται το «ἄνανδρος»)
2. φρ. «γάμος ἄγαμος», ολέθριος, μοιραίος γάμος.