Open main menu

LSJ β

άδος

Greek Monolingual

(I)
ἅδος (-εος), ο ή το (Α) ἅδην
κορεσμός, αηδία, μπούχτισμα.
(II)
ἄδος, το (Α)
ψήφισμα.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἁδεῖν, ἁνδάνω.