Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "άτομο"

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
(6)
 
m (Text replacement - "ΕΤΥΜΟΛ." to "ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ")
 
Line 1: Line 1:
 
{{grml
 
{{grml
|mltxt=το (Α ἄτομον, ουδ. ως ουσ. του επιθ. [[ἄτομος]])<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> [[ένας]] [[άνθρωπος]], σε [[αντίθεση]] με την [[ομάδα]]<br /><b>2.</b> η μικρότερη [[μονάδα]] ενός χημικού στοιχείου που διατηρεί τη στοιχειακή ταυτότητά της<br /><b>αρχ.</b><br />το μικρότατο, άτμητο [[κομμάτι]] της ύλης.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Το ουδ. του επιθ. [[άτομος]] ως ουσ. Η λ. με τη νεοελλ. [[σημασία]] της μαρτυρείται σε πατριαρχικό [[έγγραφο]] του έτους 1804 ως [[απόδοση]] του γαλλ. <i>individu</i>, <i>personne</i>].
+
|mltxt=το (Α ἄτομον, ουδ. ως ουσ. του επιθ. [[ἄτομος]])<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> [[ένας]] [[άνθρωπος]], σε [[αντίθεση]] με την [[ομάδα]]<br /><b>2.</b> η μικρότερη [[μονάδα]] ενός χημικού στοιχείου που διατηρεί τη στοιχειακή ταυτότητά της<br /><b>αρχ.</b><br />το μικρότατο, άτμητο [[κομμάτι]] της ύλης.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> Το ουδ. του επιθ. [[άτομος]] ως ουσ. Η λ. με τη νεοελλ. [[σημασία]] της μαρτυρείται σε πατριαρχικό [[έγγραφο]] του έτους 1804 ως [[απόδοση]] του γαλλ. <i>individu</i>, <i>personne</i>].
 
}}
 
}}

Latest revision as of 22:00, 29 December 2020

Greek Monolingual

το (Α ἄτομον, ουδ. ως ουσ. του επιθ. ἄτομος)
νεοελλ.
1. ένας άνθρωπος, σε αντίθεση με την ομάδα
2. η μικρότερη μονάδα ενός χημικού στοιχείου που διατηρεί τη στοιχειακή ταυτότητά της
αρχ.
το μικρότατο, άτμητο κομμάτι της ύλης.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Το ουδ. του επιθ. άτομος ως ουσ. Η λ. με τη νεοελλ. σημασία της μαρτυρείται σε πατριαρχικό έγγραφο του έτους 1804 ως απόδοση του γαλλ. individu, personne].