Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άτομο

Revision as of 22:00, 29 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "ΕΤΥΜΟΛ." to "ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

το (Α ἄτομον, ουδ. ως ουσ. του επιθ. ἄτομος)
νεοελλ.
1. ένας άνθρωπος, σε αντίθεση με την ομάδα
2. η μικρότερη μονάδα ενός χημικού στοιχείου που διατηρεί τη στοιχειακή ταυτότητά της
αρχ.
το μικρότατο, άτμητο κομμάτι της ύλης.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Το ουδ. του επιθ. άτομος ως ουσ. Η λ. με τη νεοελλ. σημασία της μαρτυρείται σε πατριαρχικό έγγραφο του έτους 1804 ως απόδοση του γαλλ. individu, personne].