Open main menu

LSJ β

έγκυος

Greek Monolingual

η (AM ἔγκυος, -ον)
το θηλ. ως ουσ. αυτή που έχει συλλάβει κατά τη συνουσία και έχει έμβρυο
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἔγκυον
το έμβρυο
αρχ.
1. γεμάτος, φορτωμένος
2. φρ. «μόρον ἔγκυον» — για γυναίκα που πεθαίνει στον τοκετό.