Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έγκυος

Revision as of 07:05, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (10)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

η (AM ἔγκυος, -ον)
το θηλ. ως ουσ. αυτή που έχει συλλάβει κατά τη συνουσία και έχει έμβρυο
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἔγκυον
το έμβρυο
αρχ.
1. γεμάτος, φορτωμένος
2. φρ. «μόρον ἔγκυον» — για γυναίκα που πεθαίνει στον τοκετό.