Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Revision as of 14:20, 14 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<i>ὁ [[" to "ὁ [[")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἔντονος, -ον)
εκείνος που έχει ένταση, σφοδρός («έντονες αντιδράσεις», «έντονο διάβημα»)
2. αυτός που προκαλεί ζωηρά αισθήματα («έντονα χρώματα», «έντονος πόνος»)
1. τεντωμένος
2. (για πρόσ.) ρωμαλέος, νευρώδης
3. ικανόςἔντονος ῥήτωρ»)
4. το αρσ. ως ουσ.ἔντονος
ο τόνος.