Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έξοδο

Revision as of 07:10, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (12)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

το (Μ ἔξοδον) έξοδος
το χρηματικό ποσό που ξοδεύει κανείς για κάποιο σκοπό, δαπάνη («έξοδα δίκης, διατροφής»)
νεοελλ.
φρ.
1. «βάνω στα έξοδα» — γίνομαι αιτία να ξοδέψει κάποιος χρήματα
2. «μπαίνω στα έξοδα» — παρασύρομαι σε δαπάνες
3. «οδοιπορικά έξοδα» — τα έξοδα υπαλλήλων για υπηρεσιακά ταξίδια
4. «μικροέξοδα» ή «μικρά έξοδα» — καθημερινά έξοδα που προέρχονται από τις κοινωνικές επαφές
μσν.
στον πληθ. τὰ ἔξοδα
χρήματα.