Open main menu

LSJ β

ήπιοδώτης

German (Pape)

[Seite 1174] dasselbe; so heißt Asklepios Orph. ad Mus. 37.

Greek Monolingual

ἠπιοδώτης και ήπιοδώτας, ό (Α)
(για τον Ασκληπιό) αυτός που με τα δώρα του κατευνάζει τους πόνους της αρρώστιας.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ήπιος + -δώτης < δώτης < δίδωμι (πρβλ. α-δώτης, ξενο-δώτης). Το β' συνθετικό -δωτης της λ. ανάγεται στην απαθή βαθμίδα deә3- της ρίζας του δίδωμι, αλλά υπάρχουν και σύνθ. σε -δοτης, που προήλθαν από τη συνεσταλμένη βαθμίδα dә3- της ίδιας ρίζας (πρβλ. εκ- -δότης, εργο-δότης, νομο-δότης)].