Open main menu

LSJ β

αίτηση

Greek Monolingual

η (Α αἴτησις)
το να ζητά κανείς κάτι, επιδίωξη, απαίτηση, παράκληση
νεοελλ.
1. έγγραφη, κυρίως, αναφορά ενός ιδιώτη προς κάποια Αρχή, με την οποία ζητά κάτι
2. το ίδιο το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η έγγραφη αναφορά
(Εκκλ.) τμήμα εκκλησιαστικών ακολουθιών στο οποίο περιλαμβάνονται πολλές δεήσεις
αρχ.
(στη Λογ.) το να θεωρείται κάτι ως αίτημα.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < αἰτῶ.
ΠΑΡ. μσν. αἰτήσιος.