Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αβασίλευτος

Revision as of 06:30, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (1)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀβασίλευτος, -ον) βασιλεύω
αυτός που δεν κυβερνιέται, δεν εξουσιάζεται από βασιλιά. Ειδικότερα στη Νεοελληνική, ο όρος «αβασίλευτη δημοκρατία» δηλώνει το δημοκρατικό πολίτευμα, στο οποίο ο ανώτατος άρχων δεν είναι κληρονομικός αλλά αιρετός
νεοελλ.
1. (για ουράνια σώματα) αυτός που ακόμη δεν έδυσε
2. (μτφ. φρ.) «μάτια αβασίλευτα» — τα μάτια τών νεκρών που δεν έτυχε κανείς να τά κλείσει και μένουν ακόμη ανοιχτά
3. αγέραστος
αρχ.
ο απαλλαγμένος από νόμους.