Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αβγό

Revision as of 06:30, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (1)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

το
1. το γονιμοποιημένο ωάριο και κατ' επέκτ. το γέννημα κάθε ωοτόκου ζώου (πουλιού, ψαριού, φιδιού και ιδιαίτερα της κότας)
2. «κόκκινα αβγά ή πασχαλινά ή της Λαμπρής» — αβγά χρωματισμένα με κόκκινη ή άλλου χρώματος βαφή και στολισμένα καμιά φορά με παραστάσεις της Αναστάσεως, κυρίως, που τρώγονται ή μοιράζονται τις ημέρες του Πάσχα
επίσης τα αβγά από σοκολάτα, ναστόχαρτο ή πλαστικό, που γεμίζονται με ζαχαρωτά για τον ίδιο σκοπό
3. ξύλινο ομοίωμα χρήσιμο για το μοντάρισμα τών καλτσών
4. στον πληθ. τα αβγά
οι όρχεις
5. φρ. «αβγά του καθαρίζουν», γελά χωρίς λόγο
«ακόμα δεν βγήκε (ή δεν έσκασε) από τ' αβγό», για ανήλικους και άπειρους στη ζωή
«είναι δίκροκο αβγό», για διπρόσωπους
«έχασε τ' αβγά και τα καλάθια», α) έχασε τα πάντα
β) δεν ξέρει τί του γίνεται, τά έχει χαμένα
«κάθησε (ή κάτσε) στ' αβγά σου», μην ανακατεύεσαι σε ξένες υποθέσεις, μην επεμβαίνεις
«μοιάζουν σαν τ' αβγά», έχουν απόλυτη ομοιότητα
«τον καθαρίζουν σαν αβγό», για τον άπειρο χαρτοπαίχτη, που τον απογυμνώνουν από τα χρήματά του οι έμπειροι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η ορθότερη γραφή με β, αντί αυγό, εξηγείται από τη συνεκφορά: τα ωά > ταουά > ταουγά > τ'αβγά - τ'αβγό (Γ. Χατζιδ. ΜΝΕ 2, 322).
ΠΑΡ. αβγάτος, αβγούκλα, αβγοειδής, αβγώνω, αβγωτός.
ΣΥΝΘ. αβγοβολώ, αβγογεννώ, αβγοθήκη, αβγοκόβω, αβγοκουλούρα, αβγολέμονο, αβγομάνα, αβγομαντεία, αβγοπώλης, αβγοτάραχο, αβγότσουφλο κ.ά.].