Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγγίζω

Revision as of 06:31, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (1)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

Greek Monolingual

1. επιθέτω, ακουμπώ απαλά τα δάχτυλά μου κάπου, ψαύω
2. θίγω, πειράζω, ενοχλώ
3. συγκινώ
4. προσεγγίζω, πλησιάζω
5. ακουμπώ, άπτομαι
6. ψηλαφώ, εξετάζω
7. δοκιμάζω, γεύομαι
8. μέσ. θυμώνω, ενοχλούμαι, πειράζομαι
9. παθ. προσβάλλομαι από σοβαρή ασθένεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ἐγγίζω. Το α- από τη συνεκφορά: να ή θα εγγίζω, θαγγίζω, θαγγίζω.
ΠΑΡ. άγγιγμα, αγγίξιμο, αγγιχτικός, άγγιχτος].