Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγγίζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

1. επιθέτω, ακουμπώ απαλά τα δάχτυλά μου κάπου, ψαύω
2. θίγω, πειράζω, ενοχλώ
3. συγκινώ
4. προσεγγίζω, πλησιάζω
5. ακουμπώ, άπτομαι
6. ψηλαφώ, εξετάζω
7. δοκιμάζω, γεύομαι
8. μέσ. θυμώνω, ενοχλούμαι, πειράζομαι
9. παθ. προσβάλλομαι από σοβαρή ασθένεια.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < αρχ. ἐγγίζω. Το α- από τη συνεκφορά: να ή θα εγγίζω, θαγγίζω, θαγγίζω.
ΠΑΡ. άγγιγμα, αγγίξιμο, αγγιχτικός, άγγιχτος].