Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "αγνώριστος"

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
(1)
 
m (Text replacement - "ΕΤΥΜΟΛ." to "ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ")
 
Line 1: Line 1:
 
{{grml
 
{{grml
|mltxt=-η, -ο (Α [[ἀγνώριστος]], -ον)<br /><b>νεοελλ.</b><br />αυτός που έχει αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην [[είναι]] δυνατόν να αναγνωριστεί<br /><b>αρχ.</b><br />[[άγνωστος]], [[ανεξακρίβωτος]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ἀ</i>- στερητ. <span style="color: red;">+</span> [[γνωρίζω]].<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[αγνωρισιά]]].
+
|mltxt=-η, -ο (Α [[ἀγνώριστος]], -ον)<br /><b>νεοελλ.</b><br />αυτός που έχει αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην [[είναι]] δυνατόν να αναγνωριστεί<br /><b>αρχ.</b><br />[[άγνωστος]], [[ανεξακρίβωτος]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ἀ</i>- στερητ. <span style="color: red;">+</span> [[γνωρίζω]].<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[αγνωρισιά]]].
 
}}
 
}}

Latest revision as of 22:20, 29 December 2020

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀγνώριστος, -ον)
νεοελλ.
αυτός που έχει αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατόν να αναγνωριστεί
αρχ.
άγνωστος, ανεξακρίβωτος.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < - στερητ. + γνωρίζω.
ΠΑΡ. αγνωρισιά].