Open main menu

LSJ β

αγνώριστος

Revision as of 22:20, 29 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "ΕΤΥΜΟΛ." to "ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀγνώριστος, -ον)
νεοελλ.
αυτός που έχει αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατόν να αναγνωριστεί
αρχ.
άγνωστος, ανεξακρίβωτος.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < - στερητ. + γνωρίζω.
ΠΑΡ. αγνωρισιά].