Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγνώριστος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀγνώριστος, -ον)
νεοελλ.
αυτός που έχει αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατόν να αναγνωριστεί
αρχ.
άγνωστος, ανεξακρίβωτος.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < - στερητ. + γνωρίζω.
ΠΑΡ. αγνωρισιά].