Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγροιώτης

Revision as of 06:17, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (1)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

ἀγροιώτης, ο (θηλ. -ώτις) (Α) ἀγρός
1. (συνήθως ως ουσ. και στον Όμηρο πάντοτε σε πληθ.) οἱ ἀγροιῶται
αγρότες
2. ως επίθ. α) αυτός που προέρχεται από τον αγρό, αγροτικός
β) άγριος.