Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αεργός

Revision as of 06:33, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (1)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

ἀεργός, -όν (Α)
1. αυτός που δεν εργάζεται λόγω της οκνηρίας του, που αποφεύγει την εργασία, οκνηρός, φυγόπονος, τεμπέλης
2. που δεν ασχολείται με τίποτα, που δεν κάνει τίποτα
3. αυτός που εξασθενίζει, που εξουθενώνει, εξασθενητικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + -εργος < ἔργον. Από το ἀεργὸς με συναίρεση προήλθε το ἀργός, με αναβιβασμό δε του τόνου το ἄεργος.
ΠΑΡ. ἀεργία, ἀργός
νεοελλ.
άεργος].