Open main menu

LSJ β

αιθρηγενέτης

Greek Monolingual

αἰθρηγενέτης, ο (Α)
αυτός που γεννήθηκε στην αιθρία, στον καθαρό ουρανό.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < αἴθρη + γενέτης < γίγνομαι.