Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμαθής

Revision as of 06:51, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (3)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-ές (Α ἀμαθής)
1. αυτός που στερείται γνώσεων, που βρίσκεται σε άγνοια, άπειρος, ανίδεος, ανεπιτήδειος (στα αρχ. αντίθ. δεξιός)
2. εν μέρει ή εντελώς αγράμματος, αμόρφωτος, αδίδακτος
3. ανόητος, βλάκας
αρχ.
1. άκαρδος, ασυγκίνητος, απάνθρωπος
2. αυτός που δεν ακούστηκε, δεν έγινε γνωστός, ανήκουστος, άγνωστος
3. (για ζώα) ατίθασος, ανήμερος, άγριος
4. (για καταστάσεις ή ιδιότητες) βίαιος, άξεστος, χυδαίος, ευτελής
5. επίρρ. ἀμαθῶς
α) από άγνοια, με άγνοια
β) φρ. «ἀμαθῶς χωρῶ» (για γεγονότα), έχω απρόβλεπτη έκβαση
6. (συγκρ. επίρρ.) αμαθέστερον φρ. «λέγω ἀμαθέστερον καὶ σαφέστερον», μιλώ με λιγότερη επίδειξη γνώσεων, ώστε να καταλαβαίνει και ο αμαθής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + -μαθής < ἔμαθον, μανθάνω.
ΠΑΡ. αρχ. ἀμαθαίνω, ἀμαθία
νεοελλ.
αμάθεια].