Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανάλογος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀνάλογος, -ον)
1. ο σύμφωνος με τον προσήκοντα λόγο, αυτός που έχει ομοιότητα, αντιστοιχία, συμμετρία με κάποιον, αντίστοιχος, σύμμετρος
2. σχεδόν όμοιος, ισοδύναμος, αντάξιος
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το ανάλογο
το μερίδιο (λογαριασμού, κληρονομιάς κ.λπ.) που αναλογεί στον καθένα, μερτικό
(το ουδ. ως επίρρ.) ανάλογον
αναλογικά, κατ' αναλογία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + λόγος.
ΠΑΡ. αναλογία, αναλογιστικός, αναλογώ
νεοελλ.
αναλογίζω].