Open main menu

LSJ β

ανήθικος

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που δεν έχει ηθικές αρχές, που δεν ακολουθεί τον ηθικό νόμο
2. αυτός που παρουσιάζει ανάρμοστη ερωτική συμπεριφορά, άτομο με ελεύθερα ήθη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηθικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1890 στην εφημερίδα Παλιγγενεσία από τον συγγραφέα Ι. Ζερβό].