Open main menu

LSJ β

αναθυμίαση

Greek Monolingual

η (Α ἀναθυμίασις) ἀναθυμιῶ
διάχυση αερίων, κυρίως δύσοσμων ή δηλητηριωδών, απόπνοια
νεοελλ.
δυσάρεστη ή επιβλαβής οσμή.