Open main menu

LSJ β

αναφορά

Greek Monolingual

η (AM ἀναφορά)
σχέση, συσχέτιση, αναγωγή
νεοελλ.
γραπτή ή προφορική έκθεση που υποβάλλεται από κατώτερο προς ανώτερο ή από πολίτη προς τις αρχές
αρχ.
1. καταφυγή σε καιρό δυσκολίας
2. μέσο για επανόρθωση ή εξιλασμό
3. αναθυμίαση.