Open main menu

LSJ β

ανηθικότητα

Greek Monolingual

, η
1. η έλλειψη ηθικών αρχών
2. (συνεκδοχικά) ανήθικη πράξη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανήθικος. Η λ. μαρτυρείται από το 1849 στον Θ. Παπάζογλου].