Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανικανοποίητος

Revision as of 06:54, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (4)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που δεν ικανοποιείται, άπληστος, αχόρταγος
2. αυτός που δεν αμείβεται ικανοποιητικά για τους κόπους του
3. αυτός που δεν αποζημιώθηκε υλικά ή ηθικά για αδίκημα που του έγινε
4. αυτός που δεν πραγματοποιήθηκε, ανεκπλήρωτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αν- στερ. + ικανοποιώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1888 στον καθηγητή και συγγραφέα Αλέξανδρο Ραγκαβή].