Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αντέχω

Revision as of 06:55, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (4)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(AM ἀντέχω, Α κ. ἀντίσχω)
1. έχω αντοχή, διατηρώ δυνάμεις
2. αντιστέκομαι, δεν υποχωρώ, βαστώ
3. διατηρώ τις ιδιότητες μου, διατηρούμαι
4. έχω την απαραίτητη στερεότητα
5. υπομένω, υποφέρω με καρτερία
νεοελλ.
1. μπορώ να αντεπεξέλθω σε κάτι
2. φρ. «αντέχει η τσέπη μου» — είμαι πλούσιος, μπορώ να ξοδεύω χρήματα με άνεση
Ι. αρχ.
1. κρατώ κάτι μπροστά από κάτι άλλο
2. επιμένω, εμμένω σε κάτι
3. είμαι αρκετός, επαρκώ
4. εκτείνομαι, φθάνω
5. κρατώ, διαρκώ
6. συνεχίζομαι, παρατείνομαι
7. εξακολουθώ να υφίσταμαι
II. (-ομαι)
1. κρατώ κάτι μπροστά μου για προφύλαξη
2. πιάνω κάτι και το κρατώ σφιχτά
3. δεν απομακρύνομαι από κάτι
4. λατρεύω κάποιον, τον τοποθετώ στις προτιμήσεις μου πριν από κάθε άλλον
5. συγκρατώ τον εαυτό μου
6. αμφισβητώ, διεκδικώ κάτι
7. επιδίδομαι σε κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. αντέχω < αντ(ι) + έχω
αντίσχω < αντ(ι)- + ίσχω.
ΠΑΡ. ανθεκτικός, αντοχή
αρχ.
άνθεξις].