Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αοριστία

Revision as of 06:56, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (5)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (Α ἀοριστία)
το να είναι κάτι αόριστο, ακαθόριστο, η ασάφεια, η αβεβαιότητα
νεοελλ.
ασαφής λόγος, αοριστολογία
αρχ.
1. το να είναι κάτι απεριόριστο
2. αναποφασιστικότητα, διστακτικότητα
3. στον πληθ. ανωμαλίες, φαινόμενα χωρίς κανονικότητα, έκρυθμα.