Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "απευθύνω"

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
(5)
 
m (Text replacement - "<i>το [[" to "το [[")
 
Line 1: Line 1:
 
{{grml
 
{{grml
|mltxt=([[ἀπευθύνω]])<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> [[κατευθύνω]], [[αποστέλλω]] [[κάτι]] [[προς]] κάποιον<br /><b>2.</b> [[αποτείνω]] («σου απευθύνει τον λόγο, του απηύθυνε [[επιστολή]]»)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[κάνω]] [[κάτι]] [[πάλι]] [[ευθύ]], [[ισιώνω]], [[αποκαθιστώ]]<br /><b>2.</b> [[οδηγώ]] σωστά, [[διευθύνω]]<br /><b>3.</b> [[διοικώ]], [[κυβερνώ]], [[διευθετώ]]<br /><b>4.</b> <b>μτφ.</b> [[διορθώνω]], [[επαναφέρω]] στην [[τάξη]], [[τιμωρώ]]<br /><b>5.</b> <b>φρ.</b> α) «[[ἀπευθύνω]] ἐκ πρύμνης» — [[είμαι]] στο [[τιμόνι]]<br />β) «[[ἀπευθύνω]] τι [[προς]] τι» — [[προσαρμόζω]]<br />γ) [[εκτρέπω]] από την [[ευθεία]]<br /><b>6.</b> (το ουδ. της μτχ. παθ. πρκμ. ως ουσ.) <i>το [[απευθυσμένο]] (Α ἀπευθυσμένον)<br />το τελικό [[τμήμα]] του παχύ εντέρου το οποΐο καταλήγει στον πρωκτό.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>απ</i>(<i>ο</i>)- <span style="color: red;">+</span> [[ευθύνω]] <span style="color: red;"><</span> [[ευθύς]]].
+
|mltxt=([[ἀπευθύνω]])<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> [[κατευθύνω]], [[αποστέλλω]] [[κάτι]] [[προς]] κάποιον<br /><b>2.</b> [[αποτείνω]] («σου απευθύνει τον λόγο, του απηύθυνε [[επιστολή]]»)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[κάνω]] [[κάτι]] [[πάλι]] [[ευθύ]], [[ισιώνω]], [[αποκαθιστώ]]<br /><b>2.</b> [[οδηγώ]] σωστά, [[διευθύνω]]<br /><b>3.</b> [[διοικώ]], [[κυβερνώ]], [[διευθετώ]]<br /><b>4.</b> <b>μτφ.</b> [[διορθώνω]], [[επαναφέρω]] στην [[τάξη]], [[τιμωρώ]]<br /><b>5.</b> <b>φρ.</b> α) «[[ἀπευθύνω]] ἐκ πρύμνης» — [[είμαι]] στο [[τιμόνι]]<br />β) «[[ἀπευθύνω]] τι [[προς]] τι» — [[προσαρμόζω]]<br />γ) [[εκτρέπω]] από την [[ευθεία]]<br /><b>6.</b> (το ουδ. της μτχ. παθ. πρκμ. ως ουσ.) το [[απευθυσμένο]] (Α ἀπευθυσμένον)<br />το τελικό [[τμήμα]] του παχύ εντέρου το οποΐο καταλήγει στον πρωκτό.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>απ</i>(<i>ο</i>)- <span style="color: red;">+</span> [[ευθύνω]] <span style="color: red;"><</span> [[ευθύς]]].
 
}}
 
}}

Latest revision as of 12:30, 14 January 2019

Greek Monolingual

(ἀπευθύνω)
νεοελλ.
1. κατευθύνω, αποστέλλω κάτι προς κάποιον
2. αποτείνω («σου απευθύνει τον λόγο, του απηύθυνε επιστολή»)
αρχ.
1. κάνω κάτι πάλι ευθύ, ισιώνω, αποκαθιστώ
2. οδηγώ σωστά, διευθύνω
3. διοικώ, κυβερνώ, διευθετώ
4. μτφ. διορθώνω, επαναφέρω στην τάξη, τιμωρώ
5. φρ. α) «ἀπευθύνω ἐκ πρύμνης» — είμαι στο τιμόνι
β) «ἀπευθύνω τι προς τι» — προσαρμόζω
γ) εκτρέπω από την ευθεία
6. (το ουδ. της μτχ. παθ. πρκμ. ως ουσ.) το απευθυσμένο (Α ἀπευθυσμένον)
το τελικό τμήμα του παχύ εντέρου το οποΐο καταλήγει στον πρωκτό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < απ(ο)- + ευθύνω < ευθύς].