Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποδοχή

Revision as of 06:21, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (5)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (AM ἀποδοχή) αποδέχομαι
1. το να γίνεται δεκτό κάτι που επιστρέφεται, η παραλαβή
2. η παραδοχή, η συγκατάθεση
νεοελλ.
στον πληθ. οι αποδοχές
το σύνολο της αμοιβής υπαλλήλου (μισθός, επιμίσθιο, επιδόματα)
αρχ.
1. η επιδοκιμασία
2. η ευνοϊκή υποδοχή
3. χώρος υποδοχής.