Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποδοχή

Revision as of 06:21, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (5)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (AM ἀποδοχή) αποδέχομαι
1. το να γίνεται δεκτό κάτι που επιστρέφεται, η παραλαβή
2. η παραδοχή, η συγκατάθεση
νεοελλ.
στον πληθ. οι αποδοχές
το σύνολο της αμοιβής υπαλλήλου (μισθός, επιμίσθιο, επιδόματα)
αρχ.
1. η επιδοκιμασία
2. η ευνοϊκή υποδοχή
3. χώρος υποδοχής.