Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απόσβεση

Revision as of 06:57, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (5)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι → Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

η (Α ἀπόσβεσις) νεοελλ.
1. βαθμιαία εξόφληση χρέους
2. μείωση της αξίας ενός πάγιου περιουσιακού στοιχείου, όπως απεικονίζεται στις αντίστοιχες λογιστικές εγγραφές της επιχείρησης
αρχ.
σβήσιμο.