Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απόσταση

Revision as of 06:21, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (5)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (ΑΜ ἀπόστασις) αφίστημι
1. το διάστημα μεταξύ δύο τοπικών ή χρονικών ορίων (τοπική ή χρονική απόσταση)
2. φρ. «εξ αποστάσεως» — από μακριά
νεοελλ.
1. ποιοτική διαφορά
2. (μτφ., φρ.) «κρατώ κάποιον σε απόσταση» — δεν του δίνω θάρρος, δεν του επιτρέπω οικειότητες
αρχ.
1. εξέγερση, στάση, κίνημα
2. αναχώρηση, αποδημία
3. εγκατάλειψη, αποβολή
4. ολίσθημα
5. παρακμή
6. ιατρ. απόστημα που βγάζει πύον, συνεκδ. η πυόρροια
7. (για ασθένειες) μετάπτωση από τη μία στην άλλη, μετάσταση.