Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρρώστια

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἀρρωστία)
1. η κακή κατάσταση της υγείας, η ασθένεια
2. η παρατεταμένη αδιαθεσία
3. η ηθική αδυναμία, η πτώση του φρονήματος ή το ελάττωμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. αρρώστια < αρχ. αρρωστία (< άρρωστος) ή υποχωρητικά, από το ρ. αρρωστώ].