Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ασήμαντος

Revision as of 06:58, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (6)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀσήμαντος, -ον)
νεοελλ.
ο ανάξιος λόγου, ο μηδαμινός
αρχ.
1. αυτός που δεν έχει αρχηγό, ο αφύλακτος
2. αυτός που δεν έχει διακριτικό σημάδι
3. ο σκοτεινός, ο ακατάληπτος
4. ο χωρίς σημασία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + σημαίνω < σήμα «σημείο, σημάδι»].