Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ασθένεια

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (AM ἀσθένεια) ασθενής
1. έλλειψη σθένους, αδυναμία σωματική ή ψυχική
2. αρρώστια, νόσος
3. αδυναμία, νοσηρή κατάσταση της ψυχής και του σώματος του ανθρώπου (σε σχέση με τον Θεό)
4. αμαρτία
νεοελλ.
επιδημία
αρχ.
η πενίαἀσθένεια βίου»).