Open main menu

LSJ β

αυτοκίνητο

Greek Monolingual

το
αυτοπροωθούμενο (με δικό του κινητήρα) τετράτροχο, συνήθως, όχημα χερσαίων μεταφορών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτοκίνητον, ουδ. του αρχ. επιθ. αυτοκίνητος, ως απόδοση του γαλλ. automobile.
ΠΑΡ. νεοελλ. αυτοκινητάδα, αυτοκινητικός, αυτοκινητιστής.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αυτοκινητόδρομος].