Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "αυτού"

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
m (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")
m (Text replacement - "τοῡ" to "τοῦ")
 
(One intermediate revision by the same user not shown)
Line 1: Line 1:
 
{{grml
 
{{grml
|mltxt=και [[ευτού]] (AM αὐτοῡ) <b>επίρρ.</b><br />ακριβώς σ' αυτό το [[μέρος]], εδώ, [[εκεί]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> τη [[στιγμή]] που, [[τότε]] που, [[καθώς]]<br /><b>2.</b> [[τότε]], στη [[στιγμή]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>φρ.</b> «αὐτοῡ [[ταύτη]]» — ακριβώς εδώ.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Γενική της αντωνυμίας <i>αυτός</i> (πρβλ. [[άλλος]] &GT; [[αλλού]], [[πάντα]] &GT; [[παντού]])].
+
|mltxt=και [[ευτού]] (AM αὐτοῦ) <b>επίρρ.</b><br />ακριβώς σ' αυτό το [[μέρος]], εδώ, [[εκεί]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> τη [[στιγμή]] που, [[τότε]] που, [[καθώς]]<br /><b>2.</b> [[τότε]], στη [[στιγμή]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>φρ.</b> «αὐτοῦ [[ταύτη]]» — ακριβώς εδώ.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Γενική της αντωνυμίας <i>αυτός</i> (πρβλ. [[άλλος]] > [[αλλού]], [[πάντα]] > [[παντού]])].
 
}}
 
}}

Latest revision as of 12:23, 15 February 2019

Greek Monolingual

και ευτού (AM αὐτοῦ) επίρρ.
ακριβώς σ' αυτό το μέρος, εδώ, εκεί
νεοελλ.
1. τη στιγμή που, τότε που, καθώς
2. τότε, στη στιγμή
αρχ.
φρ. «αὐτοῦ ταύτη» — ακριβώς εδώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Γενική της αντωνυμίας αυτός (πρβλ. άλλος > αλλού, πάντα > παντού)].