Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "αυτού"

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
m (Text replacement - ">" to ">")
m (Text replacement - "τοῡ" to "τοῦ")
 
Line 1: Line 1:
 
{{grml
 
{{grml
|mltxt=και [[ευτού]] (AM αὐτοῡ) <b>επίρρ.</b><br />ακριβώς σ' αυτό το [[μέρος]], εδώ, [[εκεί]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> τη [[στιγμή]] που, [[τότε]] που, [[καθώς]]<br /><b>2.</b> [[τότε]], στη [[στιγμή]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>φρ.</b> «αὐτοῡ [[ταύτη]]» — ακριβώς εδώ.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Γενική της αντωνυμίας <i>αυτός</i> (πρβλ. [[άλλος]] > [[αλλού]], [[πάντα]] > [[παντού]])].
+
|mltxt=και [[ευτού]] (AM αὐτοῦ) <b>επίρρ.</b><br />ακριβώς σ' αυτό το [[μέρος]], εδώ, [[εκεί]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> τη [[στιγμή]] που, [[τότε]] που, [[καθώς]]<br /><b>2.</b> [[τότε]], στη [[στιγμή]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>φρ.</b> «αὐτοῦ [[ταύτη]]» — ακριβώς εδώ.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Γενική της αντωνυμίας <i>αυτός</i> (πρβλ. [[άλλος]] > [[αλλού]], [[πάντα]] > [[παντού]])].
 
}}
 
}}

Latest revision as of 12:23, 15 February 2019

Greek Monolingual

και ευτού (AM αὐτοῦ) επίρρ.
ακριβώς σ' αυτό το μέρος, εδώ, εκεί
νεοελλ.
1. τη στιγμή που, τότε που, καθώς
2. τότε, στη στιγμή
αρχ.
φρ. «αὐτοῦ ταύτη» — ακριβώς εδώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Γενική της αντωνυμίας αυτός (πρβλ. άλλος > αλλού, πάντα > παντού)].