Open main menu

LSJ β

αἰγίθαλλος

Contents

English (LSJ)

or αἰγίθᾱλος, ὁ, A t tmouse (of various species), parus, Ar.Av.888, Alc.Com.3, cf. Arist.HA592b17, 616b3: prov., αἰγιθάλου τολμηρότερος, Apostol.1.76.

Greek (Liddell-Scott)

αἰγίθαλλος: ἢ αἰγίθᾱλος, ὁ, πτηνόν τι τῆς μελίσσης πολέμιον, Λατ. parus, Ἀριστοφ. Ὄρν. 887, Ἀλκαῖος Κωμ. ἐν «Γανυμήδει», 2· πρβλ. Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 8. 3, 4., 9. 15, 2· ἐν τοῖς χειρογράφοις πολλάκις γράφεται ὀξύτονον, ἀλλ’ ἴδε Ἀρκάδ. 55. Α. Β. 360.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
mésange, oiseau.
Étymologie: αἴγιθος.

Greek Monotonic

αἰγίθαλλος: ή αἰγίθᾱλος, ὁ, μελισσοφάγος, Λατ. parus, σε Αριστοφ.

Middle Liddell

the titmouse, Lat. parus, Ar.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἰγίθαλλος -ου, ὁ αἴγιθος: soort vink] mees (vogel).

Frisk Etymology German

αἰγίθαλλος: -θαλος
{aigíthallos}
Grammar: m.
Meaning: ‘Meise (Parus)’ (Ar., Arist. usw.).
Derivative: Von αἴγιθος (αἰγίοθος) ‘Hänfling?’ (Arist. u. a.) nicht zu trennen;
Etymology : Ursprung unbekannt. Vgl. Thompson Birds s. vv.
Page 1,31